Σ’ ένα δέντρο

Σ’ ένα δέντρο καθισμένος να κοιτώ τις ομορφιές
να κοιτώ τα χελιδόνια που αγαπιούνται στις φωλιές
Γύρω μου τριγύρω τόσα θαύματα πολλά
της καρδιάς μου ακούω τους χτύπους πρώτη μου φορά

Ποιός ζωγράφισε τον ήλιο και τη θάλασσα
και το γέλιο στων παιδιών τα πρόσωπα
και ποιός διάολος μας πήρε και δεν βλέπουμε
και ζητάμε πιο πολλά απ’ όσα έχουμε

Σ’ ένα δέντρο από κάτω κάθισα λογάριασα
τι αξίζει να ‘ν γεμάτο κι όλα τ’ άλλα τ’ άδειασα
τι κι αν σέρνεται το φίδι κι ο αητός πετά
ό,τι αξίζει είν’ το ταξίδι κι όσο αυτό κρατά