Το 10 στη φανέλα μου

Μικρός ήμουν στα πέλαγα,
έτρεχα κι όλο γέλαγα,
γοργόνες με νταντεύανε
και φύκια με φιλεύανε.
Ψαράς που παραφύλαγε
κοίταγε και δε μίλαγε,
στην πρώτη αφηρημάδα μου
πάει η λευτεριά η ρημάδα μου.

Πάλι καλά που βρέθηκε
γυναίκα κι ερωτεύτηκε
τα μούτρα και την τρέλα μου,
το 10 στη φανέλα μου.

Μεγάλωσα, σοβάρεψα
κι ενώ στους γύρω άρεσα,
εγώ εμπορευόμουνα
τυριά από τη Λάρισα.
Καιρό, λοιπόν, με τον καιρό,
γίνηκα ψώνιο πιο γερό
και βγάζω στα τραγούδια μου
τη λόξα την καινούρια μου.