Κλέφτες

Στιγμές ανάπαυλας στο κλέφτικο λημέρι που μυρίζει μπαρούτι και αψύ τσίπουρο. Το κεφάλι γερμένο πίσω, τα μάτια μισόκλειστα και μια μακρόσυρτη βαθιά φωνή γεμίζει το τοπίο με ιστορίες της παλικαροσύνης. Άντρες με φλογισμένα μάτια, με πρόσωπα άγρια, τυραγνημένα από τον Τούρκο, τον πόλεμο, την πείνα, και την αϋπνία, ευπρεπίζονται και χορεύουν.

Εικόνες του Βρυζάκη και του Ντελακρουά που μετουσιώνονται σε έμμετρο λόγο.

Οι κλέφτες διακρίνονται σε δύο μουσικές παραλλαγές, στους «κλέφτες οι Βελτσιστινοί» κι οι «κλέφτες οι παλιοί». Τραγούδι του 19ου αιώνα που αναφέρεται στη συνήθεια-ανάγκη των κλεφτών σε στιγμές ξεκούρασης να ευπρεπίζονται. Αργός-βαρύς χορός ιδιαίτερα για τον πρώτο χορευτή που του δίνεται η ευκαιρία να αυτοσχεδιάσει.

Οι κλέφτες εξουρίζονταν πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Χορεύουν τα κλεφτόπουλα πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε με τα γυαλιά ξουρίζονταν πω-πω,
οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.

Ώρε κι ο καπετάνιος χόρευε πω-πω,
ωρ’ ν’ οι κλέφτες πω-πω ν’ οι κλέφτες.