Μαύρα μου χελιδόνια

Δύσκολη η ζωή στον ξένο τόπο. Άσωστες αρμαθιές ο πόνος, η αγωνία, η πίκρα, η νοσταλγία και η μοναξιά σπασμένο γυαλί. Ο καιρός περνά, η ανάγκη γίνεται συνήθεια.

Ο καινούργιος έρωτας σκιάζει πρόσωπα κι αγάπες. Η ξενιτιά γίνεται δίχτυ, σαγήνη, γυναίκα και καταλαγιάζει η νοσταλγία του νόστου.
Τραγούδι της ξενιτιάς η προέλευσή του είναι από το Πωγώνι της Ηπείρου.

Μαύρα μου χελιδόνια, από την Αραπιά,
κι άσπρα μου περιστέρια, από τη Μοσχοβιά.

Αυτού ψηλά που πάτε για χαμηλώσετε.
Να πάρω μια φτερούγα, να πάρω ένα φτερό.

Να γράψω ένα γράμμα και μια ψιλή γραφή.
να στείλω στην αγάπη, να μην με καρτερεί.

Εδώ στα ξένα που ‘μαι, εδώ στα μακρινά.
Μου δώσαν για γυναίκα, μια σκύλα μάγισσα.

Μαγεύει τα καράβια και δεν φεύγουνε.
Με μάγεψε και μένα και δεν έρχομαι.

Μόλις κινώ για να ‘ρθω μπόρες και βροχές.
Όταν γυρίζω πίσω αχ ήλιος ξαστεριές.